επινίκιος

επινίκιος
-α, -ο
1. που γίνεται ή λέγεται για τη νίκη, ο νικητήριος: Επινίκιος ύμνος.
2. το ουδ. πληθ. ως ουσ., επινίκια (βλ. λ.).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • επινίκιος — α, ο (AM ἐπινίκιος, ον) [νίκη] 1. αυτός που άδεται ή τελείται για να γιορταστεί η νίκη («επινίκιος ύμνος», «ἐπινίκιος πομπή», «επινίκιο άσμα») 2. φρ. «ἐπινίκιος Ὕμνος» ο ὕμνος «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ...» στην αγία αναφορά τής Θείας… …   Dictionary of Greek

  • ἐπινίκιος — ἐπῑνίκιος , ἐπινίκιος of victory masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινικίως — ἐπῑνικίως , ἐπινίκιος of victory adverbial ἐπῑνικίως , ἐπινίκιος of victory masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινίκι' — ἐπῑνίκια , ἐπινίκιος of victory neut nom/voc/acc pl ἐπῑνίκιε , ἐπινίκιος of victory masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινίκιον — ἐπῑνίκιον , ἐπινίκιος of victory masc/fem acc sg ἐπῑνίκιον , ἐπινίκιος of victory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίνικον — ἐπίνικος masc/fem acc sg ἐπίνικος neut nom/voc/acc sg ἐπινικιος of victory masc/fem acc sg ἐπινικιος of victory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • TRISAGIUS Hymnus — Graecis Patribus et in veteribus Liturgiis, ὁ ἐπινίκιος καὶ τρισάγιος ὕμνος, item τὸ Τρισάγιον, ab Angelis decantatus, memoratur Esaiae, c. 6. v. 3. et Apoc, c. 4. v. 8. his verbis, Sanctus, Sanctus, Sanctus, Dominus Deus exercituum: ac… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VICTORIA — I. VICTORIA Ptol. urbs Mauritaniae Caesariensis mediterranea. Nunc Moascar, Sansoni, etiamnum satis ampla. II. VICTORIA urbs Alavae provinc. in Hispania Tarraconens. primaria ubi alias vicus Gasteys, ad radices montis S. Adriani, prope Biscaiam,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

  • επίνικος — (τέλη 3ου – αρχές 2ου αι. π.Χ.). Κωμικός ποιητής. Κέρδισε επανειλημμένα σε δραματικούς αγώνες. Έγραψε τα έργα Μνησιπόλεμος και Υποβαλλόμενα. * * * ἐπίνικος, ον (AM) [νίκη] το αρσ. ως ουσ. ὁ ἐπίνικος ύμνος για τη νίκη («οἱ ἐπίνικοι τοῡ Πινδάρου»)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”